• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'fiddle with' παραπέμπει στον όρο 'fiddle'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'fiddle with' is cross-referenced with 'fiddle'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fiddle n (violin used in folk music)βιολί ουσ ουδ
 Zoe played the fiddle at the festival.
 Η Ζωή έπαιξε βιολί στο φεστιβάλ.
a fiddle n UK, informal (fraud)κομπίνα ουσ θηλ
  απάτη, απατεωνιά ουσ θηλ
 The boss fired three of his employees when he discovered they were involved in a fiddle.
 Ο προϊστάμενος απέλυσε τρεις από τους υπαλλήλους του όταν ανακάλυψε πως ήταν μπλεγμένοι σε μια απάτη.
fiddle vi (folk music: play a violin)παίζω βιολί περίφρ
 Dan liked to sit under a tree and fiddle instead of working.
 Στον Νταν άρεσε να κάθεται κάτω από ένα δέντρο και να παίζει βιολί αντί να δουλεύει.
fiddle [sth] vtr UK, informal (cheat, falsify)παραποιώ ρ μ
  (καθομ, μτφ: νούμερα)μαγειρεύω ρ μ
  (καθομιλουμένη)πειράζω ρ μ
 As more details of the expenses scandal emerged, the public began to think all politicians were fiddling the system.
 Καθώς αποκαλύπτονταν περισσότερες λεπτομέρειες για το σκάνδαλο με τα έξοδα, το κοινό άρχισε να σκέφτεται πως όλοι οι πολιτικοί πείραζαν το σύστημα.
fiddle with [sth] vi + prep (play absent-mindedly with) (μτφ: αδιάφορα, αφηρημένα)παίζω με κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)πειράζω ρ μ
  (μεταφορικά: πχ τη μύτη)σκαλίζω ρ μ
 Please stop fiddling with your hair!
 Σε παρακαλώ σταμάτα να παίζεις με τα μαλλιά σου!
fiddle vi (tinker, tamper with [sth](μεταφορικά)παίζω, σκαλίζω ρ αμ
  (μεταφορικά)πειράζω, σκαλίζω ρ μ
  κάνω μικροαλλαγές, κάνω ψιλοδιορθώσεις περίφρ
 The artist decided it was time to put her paintbrush down and stop fiddling.
 Η καλλιτέχνης αποφάσισε πως ήταν καιρός να αφήσει το πινέλο της και να σταματήσει να κάνει μικροαλλαγές.
fiddle with [sth] vi + prep informal (tinker with, alter) (μεταφορικά: με κτ)παίζω ρ μ
  πειράζω ρ μ
 John loved to fiddle with old cars, but never actually fixed them up.
 Στον Τζον άρεσε να παίζει με παλιά αυτοκίνητα, αλλά ποτέ δεν τα έφτιαχνε πραγματικά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
fiddle about vi phrasal UK, informal (waste time doing [sth] trivial)χαζεύω, χαζολογώ ρ αμ
 Don't fiddle about; get to work.
fiddle around,
also UK: fiddle about
vi phrasal
informal (waste time doing [sth] trivial)χαζολογάω, χαζολογώ ρ αμ
 He began to fiddle around doing crossword puzzles, but soon noticed his English was improving.
 Άρχισε να χαζολογάει λύνοντας σταυρόλεξα, αλλά σύντομα ανακάλυψε ότι τα Αγγλικά του βελτιώθηκαν.
fiddle around with [sth],
also UK: fiddle about with [sth]
vi phrasal + prep
informal (play absent-mindedly with) (μεταφορικά: με κάτι)παίζω ρ μ
 She fiddled around with the things on her desk while I was talking.
fiddle around with [sth],
also UK: fiddle about with [sth]
vi phrasal + prep
informal (alter or adjust unhelpfully) (μεταφορικά)πειράζω ρ μ
  παίζω ρ αμ
 He loved to fiddle about with old cars, but never actually fixed them up.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fit as a fiddle,
as fit as a fiddle
adj
informal (physically healthy)υγιέστατος επίθ
  υγιής επίθ
  που χαίρει άκρας υγείας περίφρ
 Though my grandma is 94, she's as fit as a fiddle and still enjoys dancing.
play second fiddle,
play second fiddle to [sb]
v expr
figurative (be considered less important) (μεταφορικά)έρχομαι δεύτερος μετά από κπ έκφρ
  (επίσημο: όχι σχέσεις ατόμων)παίζω δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με κπ έκφρ
  (μεταφορικά)είμαι το δεύτερο βιολί έκφρ
 She always played second fiddle to her talented older sister.
second fiddle n figurative (less important status) (είμαι σε)δεύτερη μοίρα επίθ + ουσ θηλ
  (έχω, παίζω)δευτερεύοντας ρολος, δεύτερος ρόλος επίθ + ουσ αρσ
  (μεταφορικά: είμαι)δεύτερο βιολί επίθ + ουσ ουδ
 The Vice President will always play second fiddle to the President.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fiddle with' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fiddle with στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fiddle with».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!